ἀπολαύω

ἀπολαύω
Grammatical information: v.
Meaning: `enjoy' (Ar.); "von Haus aus kein feines Wort" Wackernagel Unt. 229.
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [655] *leh₂u- `seize, capture'
Etymology: Mostly connected with λεία, Dor. λᾱίᾱ (\< *λᾱϜ-ίᾱ) `booty', for which an IE root *lāu̯- `seize, enjoy' is assumed, found in isolated nouns. λᾱϜ- requires *leh₂u-. Lat. lucrum (\< *lu-tlo-m) `gain' could then be *lh₂u-tlom (Schrijver 1991, 240), Germ., Goth. laun n. `reward' could be *leh₂u-no-, but OCS lovъ `catch, chase', loviti `catch, chase' would require *lh₂eu-, which is an improbable formation. (Not to Skt. lotra-, lota- `booty' (lex.): from MInd. loptra-, Wackernagel Ai. Gramm. 1, 91). But -λαϜ could be *lh₂u̯-, but not *leh₂u̯- (\> *λᾱϜ)-), and in both cases the F would disappear; *leh₂u-s- would give *λαυσ-. Not to λᾱρός. S. λεία.
Page in Frisk: 1,123-124

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀπολαύω — have enjoyment of pres subj act 1st sg ἀπολαύω have enjoyment of pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απολαύω — → δες σημείωση για ρ. απολαμβάνω …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • απολαύω — (AM ἀπολαύω) 1. πορίζομαι κάποια ωφέλεια, κέρδος 2. βρίσκω απόλαυση, απολαμβάνω, χαίρομαι νεοελλ. (με γεν.) είμαι κάτοχος κάποιου πλεονεκτήματος αρχ. 1. βγαίνω ωφελημένος 2. ειρων. υφίσταμαι, παθαίνω κάτι κακό 3. (το αρσ. της μτχ. στον πληθ. ως… …   Dictionary of Greek

  • απολαύω — απόλαυσα και απόλαψα 1. πετυχαίνω κάποιο καλό, καρπώνομαι, ωφελούμαι: Εργάστηκε σκληρά στη ζωή του, αλλά πολύ λίγα πράγματα απόλαψε. 2. χαίρομαι, ευχαριστιέμαι από κάτι: Επιτέλους μπορούσαν να απολαύσουν ησυχία και καθαριότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπολαύετε — ἀπολαύω have enjoyment of pres imperat act 2nd pl ἀπολαύω have enjoyment of pres ind act 2nd pl ἀπολαύω have enjoyment of imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολαύῃ — ἀπολαύω have enjoyment of pres subj mp 2nd sg ἀπολαύω have enjoyment of pres ind mp 2nd sg ἀπολαύω have enjoyment of pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολαυομένων — ἀπολαύω have enjoyment of pres part mp fem gen pl ἀπολαύω have enjoyment of pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολαυσάντων — ἀπολαύω have enjoyment of aor part act masc/neut gen pl ἀπολαύω have enjoyment of aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολαυσόμεθα — ἀπολαύω have enjoyment of aor subj mid 1st pl (epic) ἀπολαύω have enjoyment of fut ind mid 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολαυόντων — ἀπολαύω have enjoyment of pres part act masc/neut gen pl ἀπολαύω have enjoyment of pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολαῦον — ἀπολαύω have enjoyment of pres part act masc voc sg ἀπολαύω have enjoyment of pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.